ΑΠ 1307/2002
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι΄ αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά. Ειδικότερα τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνον όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως διακαστικά τεκμήρια. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 438 και 440 Κ.Πολ.Δ., τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, ως προς όσα γεγονότα βεβαιώνονται ότι έγιναν από τον συντάκτη τους η ενώπιόν του, η δε ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με τη προσβολή αυτών, ως πλαστών, ενώ για όσα γεγονότα βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, παρέχοντα πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται απλή ανταπόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτίμησε την εκκαθαριστική δήλωση του ΦΠΑ της ιδίας του έτους 1994, ως συγκριτικό στοιχείο, όπως ελέχθηκε προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ότι τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσίβλητης θα ανέρχονταν για το έτος 1995 και εφεξής σε 4.500.000 δραχμές ετησίως, ενώ από την πλήρη αποδεικτική ισχύ της δήλωσης αυτής, ως δημοσίου εγγράφου, έπρεπε να δεχθεί ότι τα ακαθάριστα αυτά έσοδα της αναιρεσίβλητης θα ανέρχονταν σε 2.449.406 δραχμές ετησίως, επίσης θα έπρεπε να συνεκτιμήσει κατά τον προσδιορισμό των εσόδων και το τίμημα αγοράς της επιχειρήσεως. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, διότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, δεν απέδωσε στην πιο πάνω δήλωση αποδεικτική δύναμη μικρότερη από εκείνη που έχει, αλλά τη συνεκτίμησε, ως τεκμήριο, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Leave a comment