Σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 634 παρ. 1 ΚΠολΔ η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή. Η διακοπή σημαίνει ότι έκτοτε αρχίζει νέα παραγραφή η οποία είναι ίδια με την αρχική που διακόπηκε. Η επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν αναστέλλει ωστόσο την παραγραφή. Προς τούτο απαιτείται η άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη και η έκδοση απόφασης που είται ακυρώνει την διαταγή πληρωμής (έτσι ρητά το 634 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε, κατά μείζονα λόγο, απορρίπτει την ανακοπή. Η αναστολή στην περίπτωση αυτή διαρκεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 634 παρ. 2 ΚΠολΔ (όχι την άσκηση της ανακοπής!) έως και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Αν λοιπόν επιδοθεί η διαταγή πληρωμής και ο οφειλέτης δεν ασκήσει ανακοπή, ο δανειστής θα πρέπει να επιδόσει δεύτερη φορά την διαταγή πληρωμής πριν από την συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Συχνά στην πράξη ανακύπτει ζήτημα παραγραφής ειδικά στις αξιογραφικές αξιώσεις όπου ο χρόνος συμπλήρωσής της είναι εξαιρετικά σύντομος.

Δείτε όλως ενδεικτικά για τα ανωτέρω τις ΑΠ 1538/2007 και ΑΠ 1834/2011:


Το άρθρο 268 ΑΚ προβλέπει τα εξής: "Κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Κατά απολύτως κρατούσα άποψη η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης. Τούτο διότι κατά την έκδοσή της η διαταγή πληρωμής δεν παράγει δεδικασμένο και η ύπαρξη της απαίτησης είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Επίσης διαφέρει από τα δημόσια έγγραφα τα οποία περιβάλλουν με το κύρος της δημόσιας αρχής τις δικαιοπρακτικές βουλήσεις αναγνώρισης της απαίτησης από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το άρθρο 268 ΑΚ θα εφαρμοστεί ωστόσο στην περίπτωση που η διαταγή πληρωμής αποκτήσει δεδικασμένο λόγω μη ασκήσεως εναντίον αυτής ανακοπής κατά τους όρους των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ. Επίσης τροπή της παραγραφής κατ' άρθρον 268 ΑΚ θα χωρεί οσάκις η επί της ανακοπής απόφασης παράγει δεδικασμένο με τους όρους του άρθρου 331 ΚΠολΔ περί της υπάρξεως της απαίτησης. 

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 634 παρ. 1 ΚΠολΔ, ακόμη και αν δεν συνοδεύεται με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, ακόμη δηλαδή και αν επιδίδεται μόνον προς γνώση του οφειλέτη και για την επέλευση των εννόμων συνεπειών χωρίς να τίθεται σε κίνηση η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επίδοση επιταγής διακόπτει επίσης της παραγραφή σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 264 αρ. 1 ΑΚ.

Δείτε σχετικά την ΟλΑΠ 30/1987 ευθύς κατωτέρω, μετά την οποία η νομολογία του Ακυρωτικού και των δικαστηρίων της ουσίας παγίως υιοθετεί την ως άνω θέση ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν επιφέρει τροπή της παραγραφής κατ' άρθρον 268 ΑΚ.:


Δείτε την κάτωθι απόφαση για την δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για οφειλές από σύμβαση κινητής τηλεφωνίας δυνάμει δικονομικής συμφωνίας εμπεριεχόμενης σε αυτήν ως προς τον τρόπο απόδειξης της απαίτησης.


Δείτε την κάτωθι απόφαση για την έκδοση διαταγής πληρωμής όσον αφορά οφειλή από σύμβαση πιστωτικής κάρτας δυνάμει δικονομικής συμφωνίας εμπεριεχόμενης σε αυτήν για τον τρόπο απόδειξης της απαίτησης. 


Δείτε την κάτωθι απόφαση για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκδίδεται διαταγή πληρωμής για οφειλόμενο τίμημα από σύμβαση πώλησης βάσει τιμολογίων.


Δείτε την κάτωθι απόφαση για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκδίδεται διαταγή πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα, και δη για τα αποδεικτικά έγγραφα τα οποία πρέπει να υποβάλλει ο δανειστής προκειμένου να επιτύχει την έκδοσή της.


Η κάτωθι παρατιθέμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς αφορά στην δικονομική υποχρέωση του δανειστή κατά το άρθρο 630Α ΚΠολΔ να επιδώσει εγκύρως την διαταγή πληρωμής εντός προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοσή της. Η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής, προς την οποία εξομοιώνεται προφανώς και η άκυρη επίδοση η οποία γίνεται εντός των χρονικών ορίων του 630Α ΚΠολΔ, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της διαταγής πληρωμής. Το Εφετείο Πειραιώς, ως προς το αυτοδίκαιο της άρσης της ισχύος της διαταγής πληρωμής δέχεται ειδικότερα ότι αυτό "δεν εξαρτάται από την ευδοκίμηση της ανακοπής εναντίον της που δεν είναι καν απαραίτητο να ασκηθεί, χωρίς όμως και να αποκλείεται η δυνατότητα της ασκήσεώς της".  Η θέση αυτή έχει επικρατήσει στη θεωρία (βλ. Ποδηματά σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ, ΙΙ, άρθρο 630Α, αρ. 4, Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, άρθρο 630Α, αρ.2, Ανδρίτσο σε Απαλλαγάκη Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 630Α, αρ 3) αλλά και στη νομολογία και δη του Ακυρωτικού (βλ. την κάτωθι παρατιθέμενη απόφαση ΑΠ 948/2007 στην οποία ρητά αναφέρεται ότι η ακυρότητα "δεν είναι υποχρεωτικό να προβληθεί μόνο με λόγο ανακοπής, κύρια ή πρόσθετο, αφού ούσα αυτοδίκαιη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης" αλλά και των δικαστηρίων της ουσίας (βλ. εκτός από την κάτωθι απόφαση του Εφετείου Πειριαώς και ΕφΠατρ 430/2006 ΑχΝομ 2007.33, ΠΠρΑθ 1069/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Μερίδα ωστόσο της θεωρίας (έτσι Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, 2η έκδ., σ. 109- 110) αλλά και της νομολογίας (ΕφΠειρ 965/2007 ΠειρΝ 2008.195) υποστηρίζει ότι είναι και στην περίπτωση του άρθρου 630Α επιβεβλημένη η άσκηση ανακοπής με λόγο το εκπρόθεσμο της επίδοσης ή την ακυρότητα της επίδοσης που έγινε εντός της προθεσμίας, άνευ της ευδοκίμησης
ης οποίας δεν είναι δυνατή η ουσιαστική επίκληση του αυτοδικαίως άκυρου της διαταγής πληρωμής. Είναι προφανές ότι η διχογνωμία αυτή παρουσιάζει και αξιόλογες πρακτικές συνέπειες. 

Δείτε αναλυτικά:


Όπως έχει δεχτεί η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την κάτωθι παρατιθέμενη απόφασή της, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής προσδιορίζεται κυριαρχικά από τους προβαλλόμενους λόγους ανακοπής. Δεν κρίνεται λοιπόν στην δίκη της ανακοπής ως προδικαστικό ζήτημα  ύπαρξη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής αφηρημένα ήτοι υπό κάθε δυνατή νομική της θεμελίωση. Κρίνεται μόνον η συγκεκριμένη νομική και ιστορική αιτία επί της οποίας στηρίχθηκε ο εκδόσας την διαταγή πληρωμής δικαστής και εφόσον βεβαίως βάλλει κατ' αυτής με λόγο ανακοπής ο οφειλέτης. Εντεύθεν, ο δανειστής, αμυνόμενος κατά του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής, δεν μπορεί να προτείνει παραδεκτά τον ισχυρισμό ότι σε κάθε περίπτωση η ίδια αξίωση θεμελιώνεται επί διαφορετικής ιστορικής και νομικής αιτίας και άρα θα πρέπει να θεωρηθεί υφιστάμενη και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η ανακοπή ακόμη και αν ο λόγος επί του οποίου στηρίζεται και ο οποίος αφορά την ιστορική και νομική αιτία που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής είναι βάσιμος. Έτσι, για παράδειγμα, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί για απαίτηση από πιστωτικό τίτλο και ο οφειλέτης ασκεί ανακοπή με λόγο που αφορά το κύρος του, δεν δύναται ο δανειστής να ισχυριστεί ότι η απαίτηση υφίσταται σε κάθε περίπτωση κατά μετατροπή του άκυρου πιστωτικού τίτλου σε χρεωστικό ομόλογο.

Δείτε σχετικά με το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής του 632 ΚΠολΔ:


Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν διεξάγεται συζήτηση κατ' αντιμωλία ενώπιον του δικαστή στον οποίον εκκρεμεί η οικεία αίτηση. Συνεπώς, δεν είναι καν νοητή η ερημοδικία του διαδίκου - αιτούντος. Εξάλλου, η μοναδική έννομη συνέπεια της μη καταβολής του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου συνίσταται στην ερημοδικία του διαδίκου. Από τον συνδυασμό των εν λόγω παραδοχών προκύπτει ότι η μη καταβολή ή η ελλιπής καταβολή δικαστικού ενσήμου από τον αιτούντα την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν συνεπάγεται ακυρότητα αυτής και δεν θεμελιώνει λόγο ανακοπής.

Δείτε σχετικά:


Ο δανειστής με την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής συνυποβάλλει τα αποδεικτικά της απαιτήσεώς του έγγραφα. Μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τα σχετικά έγγραφα δεν συνεπιδίδονται στον αντιδίκό του - οφειλέτη από κοινού με τη διαταγή πληρωμής. Για τη διευκόνλυση ωστόσο του τελευταίου, προκειμένου δηλαδή εκείνος να λάβει ακριβή γνώση της απαιτήσεως, ορίζει το άρθρο 632 παρ. 1 τελ. εδ. ΚΠολΔ ότι τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα παραμένουν  υποχρεωτικώς στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής. Κατά την κρατούσα ωστόσο στη θεωρία και νομολογία άποψη η παραβίαση της οικείας διάταξης δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαταγής πληρωμής και δεν θεμελιώνει λόγο ανακοπής.

Δείτε σχετικά (καίτοι εμμέσως):