ΑΠ 1115/2009
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 §1 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 §1 του αυτού Κώδικα, ο κατά το άρθρο 96 διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως. Επομένως και στον πληρεξούσιο αυτόν, που παρέστη κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη, νόμιμα επιδίδεται η εκδοθείσα οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου, από την επίδοση δε αυτής αρχίζει και η προς άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως προθεσμία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 104, 438 και 440 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι από τη γενόμενη στη δικαστική απόφαση, στο προεισαγωγικό τμήμα της, μνεία ότι για κάποιο από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος του και στο κύριο σώμα της (απόφασης), βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό εκείνου, δηλαδή του ως άνω παραστάντος κατά το άρθρο 96 Κ.Πολ.Δικ., ως δικαστικού, του εκπροσωπηθέντος απ' αυτόν διαδίκου, πληρεξουσίου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 104 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1900/1999, ΑΠ 1091/2005). Τέλος, για την ίδρυση του, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου), πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εμόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του φερομένου ως "παραμορφωθέντος" εγγράφου και για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ότι το δικάσαν δικαστήριο στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο, στο ως άνω έγγραφο, για να μορφώσει τη γνώμη του, περί του κρισίμου αποδεικτικού ζητήματος. Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο εκκαλών (νυν αναιρεσείων) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευλογέττα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη και η εκκαλουμένη, με αριθ. 4442/2004 απόφαση, εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, χωρίς να αμφισβητηθεί η πληρεξουσιότητα αυτής (δικηγόρου). Στην τελευταία δε, ως νόμιμη αντίκλητο του εκκαλούντος, επιδόθηκε η εκκαλουμένη όπως προκύπτει από την με αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... . Η κρινομένη έφεση ασκήθηκε με κατάθεσή της στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 11-3-2005, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης 30νθήμερης προθεσμίας για την άσκησή της και, συνεπώς, εκπρόθεσμα κατά τη βάσιμη ένσταση των εφεσιβλήτων". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε, ότι η ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-νυν αναιρεσείοντα έφεση ήταν απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραμόρφωσης του αναφερομένου στο αναιρετήριο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσαχθέν γραμμάτιο προείσπραξης για παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καλουτσάκη, του εκπροσωπήσαντος τον ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα και δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι ο ενάγων-νυν αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο της συνεναγομένης του ασφαλιστικής εταιρείας Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μιχαηλίδου, προς την οποία και έγινε η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Ο λόγος αυτός, πέραν είναι αόριστος, διότι ουδόλως γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι το δικάσαν Εφετείο στήριξε την κρίση του, περί του προσώπου, του εκπροσωπήσαντος τον αναιρεσείοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικηγόρου, στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο (γραμμάτιο παράστασης), είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα, κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, δεν εστήριξε την κρίση του, περί του ως άνω ζητήματος στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, αλλά στο περιεχόμενο της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο προεισαγωγικό τμήμα της οποίας αναφέρεται ότι ο ενάγων - εναγόμενος - νυν αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη και στο διατακτικό της αναφέρεται ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος, καθώς και με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου τον εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αριστείδης Καλουτσάκης και σ' αυτόν ή εκείνον (αναιρεσείοντα) στην κατοικία του έπρεπε να επιδοθεί η εκκαλουμένη απόφαση και όχι στην πληρεξουσία δικηγόρο της ομοδίκου του ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και ότι εντεύθεν, η έφεσή του είχε ασκηθεί πριν από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε με αντίθετη παραδοχή, δεχόμενο δηλαδή ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε νομίμως επιδοθεί προς την αντίκλητο του εκκαλούντος - νυν αναιρεσείοντος Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, η οποία είχε παραστεί, ως πληρεξουσία δικηγόρος του ενώπιον του Πρωτοδικείου, χωρίς να αμφισβητηθεί η πληρεξουσιότητά της και ότι η έφεση είχε ασκηθεί μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την ως άνω επίδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κ ήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Με τους δεύτερο, κατά ένα μέρος, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, από την ανωτέρω πλημμέλεια προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι η επίδοση της εκτελούμενης απόφασης γι' αυτόν στην φερόμενη ως πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητό του Ευλογέτα Τσιτσιμπή ήταν άκυρη κι έπρεπε να κηρυχθεί η ακυρότητά της, καθόσον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν τον εκπροσώπησε αυτή ως πληρεξουσία δικηγόρος του, αλλά ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αριστείδης Καλουτσάκης, στον οποίο ή στον ίδιο προσωπικά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να επιδοθεί η πρωτόδικη απόφαση, εντεύθεν δε η άσκηση της έφεσής του έγινε πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης κι επομένως ήταν εμπρόθεσμη. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως και από την απόφαση αυτή, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παραστάθηκε και δια της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευλογέτας Τσιτσιμπή - Μισαηλίδη κι επομένως έγκυρα επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση σ' αυτήν ως αντίκλητό του, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη, από την επίδοση δε αυτή και μέχρι την άσκηση της έφεσης είχε παρέλθει η νόμιμη προθεσμάι των 30 ημερών, όπως δεν αμφισβητείται, κι επομένως η έφεση ήταν εκπρόθεσμη. Τέλος, με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το άλλο μέρος τους, λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 19 και (με τον πέμπτο), κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, αφενός χωρίς επαρκή αιτιολογία και αφετέρου χωρίς απόδειξη, ότι η παραστάσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως εκπροσωπήσασα τον νυν αναιρεσείοντα δικηγόρος Ευλογέτα Τσιτσιμπή - Μισαηλίδη ήταν η πληρεξουσία και αντίκλητος αυτού και ότι εντεύθεν η έφεσή του ήταν εκπρόθεσμη. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι προϋπόθεση για την ίδρυση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων είναι ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ενώ αντιθέτως, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε το εισαγωγικό δικόγραφο (αγωγή ή ένδικο μέσο) ή τον ισχυρισμό, για τυπικό λόγο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που, όπως προαναφέρθηκε, η έφεση του εκκαλούντος - νυν αναιρεσείοντος δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, αλλ' απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.