ΑΠ 1307/2002

Ο προβλεπόμενος  από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος  αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών  του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη  ή μικρότερη από εκείνη  που δεσμευτικά  γι΄ αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει  δικαίωμα  από το νόμο  (άρθρο  340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα  αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν  την ίδια αποδεικτική δύναμη  με άλλα, μεγαλύτερη  βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά. Ειδικότερα τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνον όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως διακαστικά τεκμήρια. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 438 και 440 Κ.Πολ.Δ., τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, ως προς όσα γεγονότα βεβαιώνονται ότι έγιναν από τον συντάκτη τους η ενώπιόν του, η δε ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με τη προσβολή αυτών, ως πλαστών, ενώ για όσα γεγονότα βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, παρέχοντα πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται απλή ανταπόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση,  με τον τρίτο  λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ,  η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται  ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του,  συνεκτίμησε  την εκκαθαριστική δήλωση του ΦΠΑ της ιδίας του έτους 1994, ως συγκριτικό στοιχείο, όπως ελέχθηκε προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ότι τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσίβλητης θα ανέρχονταν  για το έτος 1995 και εφεξής σε 4.500.000 δραχμές  ετησίως, ενώ από την πλήρη αποδεικτική ισχύ της δήλωσης αυτής, ως δημοσίου εγγράφου, έπρεπε να δεχθεί ότι τα ακαθάριστα αυτά έσοδα  της αναιρεσίβλητης θα ανέρχονταν σε 2.449.406  δραχμές ετησίως, επίσης  θα έπρεπε να συνεκτιμήσει κατά τον προσδιορισμό  των εσόδων και το τίμημα αγοράς της επιχειρήσεως. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, σύμφωνα  με όσα προαναφέρθηκαν, διότι  το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, δεν απέδωσε στην  πιο πάνω  δήλωση αποδεικτική δύναμη μικρότερη  από εκείνη που έχει, αλλά τη συνεκτίμησε, ως τεκμήριο, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.

ΑΠ 1152/2008

 

Ι. Κατά τη έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 Κ. Πολ. Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ. Πολ. Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτικά δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 Κ. Πολ. Δ., αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών. Με την έννοια αυτή, τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που συντάσσονται με βάση την ανέλεγκτη δήλωση φόρου εισοδήματος, δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα αναφερόμενα στο εν λόγω δημόσια έγγραφα πραγματικά περιστατικά ως προς το ύψος των δηλωθέντων εισοδημάτων, σε περίπτωση δε που ελεγχθεί η αλήθειά τους, αποτελούν, κατά το άρθρο 440 Κ. Πολ. Δ., πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρεπτώς χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς ανάγκη προσβολής τους ως πλαστών. Επομένως ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 12 Κ. Πολ. Δ. ότι παραβίασε την αποδεικτική κατά νόμο δύναμη της πλήρους αποδείξεως των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2003 - 2005, δεχθείσα ότι τα αναγραφόμενα στα εν λόγω δημόσια έγγραφα ετήσια εισοδήματά του ποσού 5846,80, 4906,50 και 6903,51 ευρώ, αντίστοιχα, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως λογιστή αποκερδαίνει μηνιαίως το ποσό των 3000,00 ευρώ, ελέγχεται ως αβάσιμος, εφόσον σε κάθε περίπτωση επιτρεπτώς χωρεί ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου αυτών, χωρίς ανάγκη προσβολής τους ως πλαστών. Στην περί του ύφους των πραγματικών εισοδημάτων του αναιρεσείοντος κρίση του κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις διαλαμβανόμενες στην απόφασή του αιτιολογίες, μετά από αξιολόγηση του νομίμως επικαλούμενου και υπάρχοντος στη διάθεση του αποδεικτικού υλικού και, ιδία, την κατάθεση του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, και όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, με άμεση δικονομική συνέπεια η προσβαλλόμενη με το επόμενο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 10 Κ. Πολ. Δ., να ελέγχεται ως ερειδομένη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως.

ΑΠ 1021/2004

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438, 440, και 441 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια τοιαύτα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, μη επιτρεπομένης ανταπόδειξης παρά μόνο με την προσβολή τους για πλαστότητα, όχι περί όλων των περιεχομένων σε αυτά, αλλά μόνο περί  όσων ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει, ότι έγιναν από τούτον ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Για την αλήθεια, όμως, των δηλώσεων των ενώπιον του συμβολαιογράφου εμφανισθέντων  δικαιοπρακτούντων  ή τρίτων, περί των  οποίων ο συμβολαιογράφος δεν έχει προσωπική αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως πλαστού. Ούτε τα ελαττώματα της βούλησης εμποδίζονται κατά τις περιπτώσεις εκείνες, όπου η δήλωση βούλησης γίνεται ενώπιον του συμβολαιογράφου ή  άλλης αρχής, η οποία είναι εντεταλμένη απλώς να πιστοποιεί τη δήλωση, όπως αυτή εξωτερικεύεται, και όχι να συμπράττει με τη βούλησή της στη δικαιοπραξία. Συνεπώς, μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση λόγω απάτης και της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται η προσβολή αυτού κατά το άρθρο  438 ΚΠολΔ, ως πλαστού, διότι τούτο δεν αποτελεί ανταπόδειξη της βεβαιούμενης  ως γενόμενης ενώπιον του συμβολαιογράφου δήλωσης του συμβαλλομένου ( η οποία δεν είναι επιτρεπτή, χωρίς την προσβολή του εγγράφου  ως πλαστού), αλλά προσβολή του κύρους της σ' αυτό δικαιοπραξίας η δε απάτη είναι αποδεικτέα από τον επικαλούμενο αυτή, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την πληττόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφασή του αυτή πρακτικά συνεδρίασής του, τις αναφερόμενες στην ίδια απόφαση εκθέσεις ένορκης κατάθεσης  που δόθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη  κλήτευση και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα  έγγραφα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής : Η ενάγουσα (ήδη αρχική αναιρεσίβλητη) το Μάϊο του 1998 στο Μαραθόκαμπο  Σάμου, συμφώνησε με τις εναγόμενες  (ήδη αναιρεσείουσες), να μεταβιβάσει αιτία δωρεάς σε καθεμία απ' αυτές  τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση ακίνητά της, με το ρητό όρο οι εναγόμενες να αναλάβουν την περίθαλψη και εν γένει αρωγή της, κατά το υπόλοιπο του βίου αυτής. Οι εναγόμενες όμως, κατά την ημέρα υπογραφής  των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, στις 7.5.1998, ενώπιον του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβολαιογράφου  Μαραθοκάμπου, παρέστησαν ψευδώς, ότι στο περιεχόμενο  αυτών διαλαμβάνονται τα ανωτέρω συμφωνημένα, ενώ  στην πραγματικότητα οι συγκεκριμένες συμβολαιογραφικές πράξεις συνιστούσαν μεταβίβαση  των ακινήτων σ΄ αυτές, αιτία  πωλήσεως, έναντι του αναφερόμενου  συγκεκριμένου τιμήματος. Αποτέλεσμα  των ανωτέρω  ήταν να πειστεί η ενάγουσα να υπογράψει τα αναφερόμενα 3886/1998 και 3885/1998 πωλητήρια συμβόλαια  δυνάμει των οποίων μεταβιβαζόταν στην πρώτη και στη δεύτερη εναγομένη, αντίστοιχα, το περιγραφόμενο σε καθένα  απ' αυτά ακίνητο, έναντι 100.000 και 600.000 δραχμών, αντίστοιχα, κατά την κρίση δε του δικαστηρίου εκείνου μεταξύ των  διαδίκων δεν υπήρξε καμία συμφωνία  πώλησης των ακινήτων αυτών. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην  αρχή της παρούσας σκέψης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 438, 440 και 441 ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των ως  δύο πωλητηρίων συμβολαιογραφικών εγγράφων, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο  ανταπόδειξη με μάρτυρες, όσον αφορά περιστατικό που αποτελεί πλήρη απόδειξη  ισχύουσα έναντι  πάντων, κατά της οποίας  επιτρέπεται  ανταπόδειξη μόνο με προσβολή των ανωτέρω συμβολαίων "ως πλαστών  ή ακριβέστερα για ψευδή βεβαίωση περιστατικών από το  συμβολαιογράφο κατ'  άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ". Συνεπώς,  είναι αβάσιμη η προσβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ  με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση για το αντίθετο.

ΑΠ 1422/2009

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.2915/2001,οι οποίες έχουν εφαρμογή στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον πρόκειται περί ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από τον διάδικο, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη.Η εμπρόθεσμη δε κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, με επιμέλεια του οποίου έγινε η ένορκη βεβαίωση μάρτυρά του, η οποία είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να ερευνάται και να βεβαιώνεται συνακόλουθα στην απόφαση αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε με απόντα τον αντίδικο, διότι αν αυτός παραστάθηκε κατά την εξέταση του μάρτυρα δεν υφίσταται θέμα μη κλήτευσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες,.../21-4-2003,.../10-9-2003,.../21-4-2003 των αναφερόμενων μαρτύρων, ενώπιον των επίσης αναφερόμενων συμβολαιογράφων, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αν και δεν παραστάθηκαν κατ' αυτές οι αντίδικοί τους, δεν προσκομίζονται εκθέσεις επιδόσεως, από τις οποίες να προκύπτει ότι προηγήθηκε η απαιτούμενη, κατ' άρθρ. 270 ΚΠολΔ, κλήτευση αυτών (αντιδίκων),ούτε γίνεται επίκληση αυτών, δεν αρκεί δε ότι στις δύο πρώτες από αυτές εμπεριέχεται βεβαίωση του συμβολαιογράφου ότι προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων-εναγόντων, διότι αυτήν ελέγχει μόνο το δικαστήριο. Με την κρίση του αυτή του δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ, ο δε περί του αντιθέτου δέκατος πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ο συναφής με αυτόν δέκατος έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε, ως προ το ανωτέρω ζήτημα, από την 8/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας),με την οποία έγινε δεκτό ότι οι εν λόγω τρεις ένορκες βεβαιώσεις έγιναν μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγουσών και η οποία, απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό κατέστη τελεσίδικη διότι δεν προσβλήθηκε με έφεση από τους ενάγοντες, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο λόγος αυτός , από το άρθρο 559 αριθ.16ΚΠολΔ,αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν αναφέρεται η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την ως άνω 8/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, και μάλιστα ως προς το ανωτέρω ζήτημα που αναφέρεται στον αναιρετικό αυτό λόγο.

ΑΠ 1115/2009

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 §1 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 §1 του αυτού Κώδικα, ο κατά το άρθρο 96 διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως. Επομένως και στον πληρεξούσιο αυτόν, που παρέστη κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη, νόμιμα επιδίδεται η εκδοθείσα οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου, από την επίδοση δε αυτής αρχίζει και η προς άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως προθεσμία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 104, 438 και 440 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι από τη γενόμενη στη δικαστική απόφαση, στο προεισαγωγικό τμήμα της, μνεία ότι για κάποιο από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος του και στο κύριο σώμα της (απόφασης), βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό εκείνου, δηλαδή του ως άνω παραστάντος κατά το άρθρο 96 Κ.Πολ.Δικ., ως δικαστικού, του εκπροσωπηθέντος απ' αυτόν διαδίκου, πληρεξουσίου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 104 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1900/1999, ΑΠ 1091/2005). Τέλος, για την ίδρυση του, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου), πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εμόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του φερομένου ως "παραμορφωθέντος" εγγράφου και για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ότι το δικάσαν δικαστήριο στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο, στο ως άνω έγγραφο, για να μορφώσει τη γνώμη του, περί του κρισίμου αποδεικτικού ζητήματος. Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο εκκαλών (νυν αναιρεσείων) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευλογέττα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη και η εκκαλουμένη, με αριθ. 4442/2004 απόφαση, εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, χωρίς να αμφισβητηθεί η πληρεξουσιότητα αυτής (δικηγόρου). Στην τελευταία δε, ως νόμιμη αντίκλητο του εκκαλούντος, επιδόθηκε η εκκαλουμένη όπως προκύπτει από την με αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... . Η κρινομένη έφεση ασκήθηκε με κατάθεσή της στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 11-3-2005, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης 30νθήμερης προθεσμίας για την άσκησή της και, συνεπώς, εκπρόθεσμα κατά τη βάσιμη ένσταση των εφεσιβλήτων". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε, ότι η ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-νυν αναιρεσείοντα έφεση ήταν απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραμόρφωσης του αναφερομένου στο αναιρετήριο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσαχθέν γραμμάτιο προείσπραξης για παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καλουτσάκη, του εκπροσωπήσαντος τον ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα και δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι ο ενάγων-νυν αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο της συνεναγομένης του ασφαλιστικής εταιρείας Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μιχαηλίδου, προς την οποία και έγινε η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Ο λόγος αυτός, πέραν είναι αόριστος, διότι ουδόλως γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι το δικάσαν Εφετείο στήριξε την κρίση του, περί του προσώπου, του εκπροσωπήσαντος τον αναιρεσείοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικηγόρου, στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο (γραμμάτιο παράστασης), είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα, κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, δεν εστήριξε την κρίση του, περί του ως άνω ζητήματος στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, αλλά στο περιεχόμενο της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο προεισαγωγικό τμήμα της οποίας αναφέρεται ότι ο ενάγων - εναγόμενος - νυν αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη και στο διατακτικό της αναφέρεται ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος, καθώς και με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου τον εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αριστείδης Καλουτσάκης και σ' αυτόν ή εκείνον (αναιρεσείοντα) στην κατοικία του έπρεπε να επιδοθεί η εκκαλουμένη απόφαση και όχι στην πληρεξουσία δικηγόρο της ομοδίκου του ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και ότι εντεύθεν, η έφεσή του είχε ασκηθεί πριν από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε με αντίθετη παραδοχή, δεχόμενο δηλαδή ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε νομίμως επιδοθεί προς την αντίκλητο του εκκαλούντος - νυν αναιρεσείοντος Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, η οποία είχε παραστεί, ως πληρεξουσία δικηγόρος του ενώπιον του Πρωτοδικείου, χωρίς να αμφισβητηθεί η πληρεξουσιότητά της και ότι η έφεση είχε ασκηθεί μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την ως άνω επίδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κ ήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Με τους δεύτερο, κατά ένα μέρος, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, από την ανωτέρω πλημμέλεια προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι η επίδοση της εκτελούμενης απόφασης γι' αυτόν στην φερόμενη ως πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητό του Ευλογέτα Τσιτσιμπή ήταν άκυρη κι έπρεπε να κηρυχθεί η ακυρότητά της, καθόσον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν τον εκπροσώπησε αυτή ως πληρεξουσία δικηγόρος του, αλλά ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αριστείδης Καλουτσάκης, στον οποίο ή στον ίδιο προσωπικά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να επιδοθεί η πρωτόδικη απόφαση, εντεύθεν δε η άσκηση της έφεσής του έγινε πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης κι επομένως ήταν εμπρόθεσμη. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως και από την απόφαση αυτή, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παραστάθηκε και δια της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευλογέτας Τσιτσιμπή - Μισαηλίδη κι επομένως έγκυρα επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση σ' αυτήν ως αντίκλητό του, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη, από την επίδοση δε αυτή και μέχρι την άσκηση της έφεσης είχε παρέλθει η νόμιμη προθεσμάι των 30 ημερών, όπως δεν αμφισβητείται, κι επομένως η έφεση ήταν εκπρόθεσμη. Τέλος, με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το άλλο μέρος τους, λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 19 και (με τον πέμπτο), κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, αφενός χωρίς επαρκή αιτιολογία και αφετέρου χωρίς απόδειξη, ότι η παραστάσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως εκπροσωπήσασα τον νυν αναιρεσείοντα δικηγόρος Ευλογέτα Τσιτσιμπή - Μισαηλίδη ήταν η πληρεξουσία και αντίκλητος αυτού και ότι εντεύθεν η έφεσή του ήταν εκπρόθεσμη. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι προϋπόθεση για την ίδρυση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων είναι ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ενώ αντιθέτως, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε το εισαγωγικό δικόγραφο (αγωγή ή ένδικο μέσο) ή τον ισχυρισμό, για τυπικό λόγο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που, όπως προαναφέρθηκε, η έφεση του εκκαλούντος - νυν αναιρεσείοντος δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, αλλ' απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΑΠ 1019/2009

Κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της αναιρέσεως αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η οριζόμενη από αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (Ολ. ΑΠ 412/1981). Περαιτέρω κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου μπορεί να γίνει κατ' επιλογήν του δικαστικού επιμελητή είτε στην κατοικία του αποδέκτη, είτε στον τόπο της εργασίας ή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Κατά δε το άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν προτιμηθεί ο χώρος της εργασίας και ο αποδέκτης δεν βρίσκεται εκεί το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεργάτες, συνεταίρους, υπαλλήλους ή υπηρέτες, που προσφέρουν εργασία ή υπηρεσίες στο συγκεκριμένο αυτό τόπο, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του αποδέκτη της επίδοσης. Γραφείο, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι ο χώρος στον οποίο εκείνος που αφορά η επίδοση ασκεί το επάγγελμά του ή προσφέρει πράγματι, κατά το χρόνο της επιδόσεως τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης (Ολ ΑΠ 3/2001).


Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι έγγραφα συντασσόμενα κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία, κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του αυτής, δηλαδή τα δημόσια έγγραφα, μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τις περί επιδόσεως διατάξεις του αυτού Κώδικα και ειδικότερα των άρθρων 122 παρ. 1, 139 παρ. 1 και 140 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, περιλαμβάνονται και οι από τους δικαστικούς επιμελητές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους συντασσόμενες εκθέσεις επιδόσεως δικογράφων, ως προς τα περιεχόμενα σ' αυτές περιστατικά, που δεν υποπίπτουν ως εκ της φύσεώς των στην άμεση αντίληψη του επιδίδοντος, μεταξύ των οποίων και του τόπου της κατοικίας καταστήματος, γραφείου ή εργαστηρίου εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, αποδεικνύουν μεν πλήρως (άρθ. 440) τα περιστατικά αυτά όχι όμως μέχρι προσβολής των επί πλαστότητι, γι' αυτό και επιτρέπεται ως προς τις σχετικές με αυτά βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή ανταπόδειξη. Το βάρος δε της ανταποδείξεως αυτής φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαιώσεως στην έκθεση του επιμελητή.(ΑΠ 1428/1988, ΑΠ 981/1977). Τέλος το γεγονός ότι το οίκημα στο οποίο έγινε η επίδοση αποτελεί γραφείο εκείνου στον οποίο έγινε η επίδοση δεν είναι από τα γεγονότα για τα οποία έχει άμεση αντίληψη ο δικαστικός επιμελητής. Επομένως αυτός που ισχυρίζεται ότι το οίκημα που έγινε η επίδοση δεν αποτελούσε το γραφείο του (όπως βεβαιώνεται στην έκθεση επίδοσης) βαρύνεται με την απόδειξη του γεγονότος αυτού, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλει την έκθεση επίδοσης ως πλαστή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... η προσβαλλόμενη 3639/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στον αναιρεσείοντα στις 21-11-2007. Όμως το δικόγραφο της ασκηθείσας από τον τελευταίο αναίρεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση, κατατέθηκε σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Εφετείου Αθηνών), στις 12-2-2008, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα. Κατά τα αναφερόμενα στην ιδία ως άνω έκθεση επίδοσης (...), η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε στο γραφείο του αναιρεσείοντος που βρίσκεται στο 2ο όροφο της επί της οδού ..., οικοδομής με την παράδοση αντιγράφου της στην υπάλληλό του ονόματι Υ1 όπως αυτή δήλωσε στο δικαστικό επιμελητή, επειδή ο αναιρεσείων απουσίαζε από αυτό. Ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αμφισβητεί τη νομιμότητα της ανωτέρω επίδοσης, ισχυριζόμενος ότι η επίδοση αυτή έπρεπε να γίνει στην ίδια μεν διεύθυνση, αλλά στον 1ο όροφο της οικοδομής αυτής, όπου βρίσκεται η κατοικία του, αφού στο 2ο όροφο εδρεύει η εταιρεία SUN OIL AE", της οποίας αυτός ήταν μέλος του Δ.Σ. αυτής και νόμιμος εκπρόσωπός της και ακόμη ότι η παραλαβούσα το ως άνω έγγραφο Υ1 δεν ήταν υπάλληλος του, αλλά υπάλληλος της ως άνω εταιρείας. Από τα έγγραφα όμως που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Κατ' αρχάς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, στη διακριτική ευχέρεια του δικαστικού επιμελητή ήταν να ενεργήσει την ως άνω επίδοση είτε στην κατοικία είτε στον τόπο της επαγγελματικής δραστηριότητας (γραφείο) του αναιρεσείοντος. Εξάλλου την κρίση του το δικαστηρίο, ότι το αναφερόμενο στην παραπάνω έκθεση του δικαστικού επιμελητή οίκημα, στο οποίο έγινε η επίμαχη επίδοση, αποτελεί γραφείο του αναιρεσείοντος, τη στηρίζει και στα εξής έγγραφα: α) Στην ... έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... από την οποία προκύπτει ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων παρέλαβε αντίγραφο της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης στο γραφείο του επί της οδού ..., χωρίς να εκφράσει κάποια επιφύλαξη. Β) Στην ....έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή από την οποία προκύπτει ότι στον αναιρεσείοντα επιδόθηκε αντίγραφο της .... έκθεσης αφαίρεσης κινητών στο γραφείο του στην ίδια διεύθυνση, το οποίο παρέλαβε, χωρίς καμία επιφύλαξη η υπάλληλός του .... γ)Στην ....έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...από την οποία προκύπτει ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων παρέλαβε αντίγραφο της ένδικης αγωγής στο γραφείο του στην ίδια ως άνω διεύθυνση, χωρίς να εκφράσει κάποια επιφύλαξη. Και δ) Την ... έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή από την οποία προκύπτει ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων παρέλαβε στο γραφείο του στην ίδια διεύθυνση την από 15-2-2003 εξώδικη διαμαρτυρία για λογαριασμό του συνεργάτη του .... . Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναφερόμενη στην πιο πάνω ...έκθεση επίδοσης Υ1 που ως υπάλληλος του αναιρεσείοντος παρέλαβε αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν και υπάλληλος τούτου.
Με βάση λοιπόν όλα τα προεκτεθέντα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά τη βάσιμη σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων η οποία, άλλωστε και αυτεπαγγέλτως εξετάζεται και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). 

ΟλΑΠ 9/2000

[...]


Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β΄ Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ΄ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. 
ΟλΑΠ 30/1997

[...]

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του Δικαστηρίoυ κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες οι αποδείξεις που έχουν με προσκομιστεί αλλά δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών, με τις προτάσεις του προσκομίσαντος αυτές διαδίκου. Επομένως, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφα που προσκομίστηκαν, ήτοι τέθηκαν από το διάδικο στο φάκελο της δικογραφίας, χωρίς όμως αυτός να τα έχει επικαλεστεί νομίμως (με τις προτάσεις του), κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Για τη θεμελίωση δε του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου δεν αναφέρει η ως άνω διάταξη και την επίκληση, καθόσον επί μη προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, δεν είναι νοητή οποιαδήποτε επίκλησή του. Κατά τη γνώμη, όμως, έξι μελών του Δικαστηρίου ήτοι των Αντιπροέδρων Δημ. Γουργουράκη, Γεωργίου Βελλή και των Αρεοπαγιτών Διον. Κατσιρέα. Νικ. Παραθύρα, Γεωργίου Σκαρλάτου και Ιωάν. Μυγιάκη, η απόφαση διαφεύγει την αναίρεση, όταν το δικαστήριο ποu την εξέδωσε έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο ποu έχει νομίμως προσαχθεί, αν και κανένας από τους διαδίκοuς δεν το επικαλέστηκε, γιατί η εκδοχή αυτή προάγεται από το σαφές γράμμα της προμνημονευόμενης διατάξεως, η οποία, διακρίνοντας μεταξύ λήψεως και μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη μεν πρώτη περίπτωση για τη θεμελίωση του οικείου αναιρετικού λόγου αρκείται σε μόνη τη μη προσαγωγή της, ενώ στη δεύτερη αξιώνει επί πλέον την επίκληση του αποδεικτικού μέσου, εναρμονιζομένη έτσι και προς τη θεμελιώδη δικονομική αρχή του άρθρου 107 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "το δικαστήριο διατάσσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή απόδειξης με οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα επιτρέπει ο νόμος και αν δεν τα επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
ΑΠ 1594/2007

[...]

Επειδή κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ο δικαστής υποχρεούται προς μόρφωση της πεποιθήσεώς του περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών να λαμβάνει υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικαλούμενα σχετικώς και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ και η διαταγή του δικαστού διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποτελεί ίδιον αποδεικτικό μέσον σαφώς διαστελλωμένη από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς ο δικαστής, την πραγματογνωμοσύνη αυτή, εφόσον έγινε επίκληση και προσκομιδή από κάποιο από τους διαδίκους οφείλει να την λάβει υπόψη και να την συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις κατά την στο άρθρο 360 παρ. 1 ΚΠολΔ γενομένη διαστολή από απόψεως αποδεικτικής της ισχύος, κάνοντας ειδική γι' αυτή μνεία στην απόφασή του. Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες προτάσεις τους που υπέβαλαν στο Εφετείο, προς ανταπόδειξη του ουσία αβασίμου της αγωγής προσκόμισαν και επικαλέσθησαν την από 7.10.2003 έκθεση της με διαταγή του Εφετείου Αθηνών με την υπ' αριθ. 1980/2002 μη οριστική του απόφαση, διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης. Και ναι μεν η επίκληση αυτής δεν έγινε με πανηγυρικό τρόπο, αλλά η ρητή αναφορά των εναγομένων σ' αυτή κατά περιεχόμενο και αποτέλεσμα στην έκβαση της παρούσης δίκης υποδηλώνει την βούληση των αναιρεσειόντων να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, την κρίση του για τα αποδεικτέα σχημάτισε από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, όχι δε και από την πραγματογνωμοσύνη, της οποίας δεν κάνει ιδιαίτερη, όπως έπρεπε, ως ίδιον αποδεικτικό μέσον, μνεία στην απόφασή του, την οποίαν επομένως και δεν έλαβε υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Πρέπει, γι' αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΟλΑΠ 23/2008

[...]

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Ολ ΑΠ 9/2000, 14/2005).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι δεν υπήρξε παράβαση εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας του όρου 20 της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας συμβάσεως εργασίας, που προέβλεπε την ασφάλιση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για τους κινδύνους που θα προέκυπταν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των πτητικών του καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του τελευταίου, έλαβε υπόψη βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρείας ΕΘΝΙΚΗ από την οποία προέκυπτε η ασφάλιση αυτή. Του εγγράφου όμως αυτού, το οποίο ούτε ο ήδη αναιρεσείων επικαλέσθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ενώπιον αυτού προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από την αναιρεσίβλητη στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού από 19-11-2002 προτάσεις της, στις οποίες ενσωματώνονται κατ' αντιγραφή και οι προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση του εγγράφου αυτού, φράση "επειδή προσάγουμε και επικαλούμεθα άπαντα τα και πρωτοδίκως προσαχθέντα έγγραφα". Συνεπώς, το Εφετείο με το να λάβει υπόψη το πιο πάνω έγγραφο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ. β' Κ.Πολ.Δικ., της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα. Επομένως ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, είναι βάσιμος και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον δεν υπάρχει περίπτωση να επιληφθεί το τμήμα που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, αφού αυτό αποφάνθηκε ήδη επί των λοιπών αναιρετικών λόγων τους οποίους και απέρριψε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Δαλιάνη και Χρήστου Αλεξόπουλου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ, της οποίας σκοπός είναι, κατά την αιτιολογική έκθεση του ν.δ 958/1971, η αποτροπή της υπέρμετρης καταπονήσεως των δικαστών από την αναζήτηση αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων μνημονευομένων σε επαναφερόμενες από προηγούμενες συζητήσεις σχοινοτενείς και πολυσέλιδες προτάσεις των διαδίκων, συνάγεται, κατά τελολογική συστολή του πεδίου εφαρμογής της, ότι η ρυθμιστική εμβέλεια καλύπτει μόνο τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά εκείνα μέσα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, μολονότι η επαναφορά και επίκληση τους σε μεταγενέστερες συζητήσεις είχε γίνει κατά τον οριζόμενο σ' αυτή (διάταξη) τρόπο, χωρίς να εκτείνεται και στα επαναφερόμενα με τις προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων αποδεικτικά μέσα, τα οποία, παρά τη μη τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του. Στην τελευταία περίπτωση η συνεκτίμηση των μνημονευόμενων σε επαναφερόμενες προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων - αποδεικτικών μέσων, για τα οποία έγινε σύντομη επίκληση και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, δεν υπόκειται, αυτή καθεαυτή, σε αναιρετικό έλεγχο. Τα δικαστικά έξοδα ενόψει της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, κατανεμόμενα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).